9/11/17

Μνήμες ζάχαρη

Η χτεσινή μέρα, των Ταξιαρχών, σηματοδοτούσε από παλιά στο σπίτι μας, το ξεκίνημα χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας. Λίγες μέρες πριν, έπρεπε να έχει ξεμπερδέψει με τα νοικοκυρίστικα η γιαγιά, να έχουν στρωθεί τα χαλιά, να έχουν γίνει οι απαραίτητες καθαριότητες, γενικές και λιγότερο γενικές αλλά πάντα αγχωτικά επείγουσες. Μπαίναμε στον χορό των γιορτών σιγά-σιγά και ανάγκη πάσα να είναι όλα στην εντέλεια. Αργότερα, πιο κοντά στα Χριστούγεννα, θα ξανατρίβονταν μπακίρια και ασημικά, θα κολλαρίζονταν πετσετάκια και σταυροβελονιές, θα μύριζε παντού κανέλλα και ανθόνερο. Μνήμες ζάχαρη.
Στα κατοπινά χρόνια, της εφηβείας, η μάνα κοίταζε να συνταιριάξει δουλειά-παιδιά-σπίτι και κατάφερνε να ανταποκριθεί άξια. Τουλάχιστον «σε όσα βλέπει η πεθερά». Έτσι κι αλλιώς όμως, η πεθερά ήταν πλέον συγχωρεμένη, οπότε το μάτι της δεν έπιανε μικροατέλειες και στο σπίτι επικρατούσε λιγότερο άγχος αλλά οι ίδιες μυρωδιές. Απλά, όλα γίνονταν μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα κι όχι «με την πρώτη σταγόνα της βροχής». Είχαμε μεγαλώσει κι εμείς τα παιδιά και βάζαμε ένα χεράκι (αυθαίρετο πολλές φορές), του τύπου «άσε μαμά, θα μπεις στην κουζίνα όταν σου πω εγώ. Μην κοιτάξεις-μη ρωτήσεις». Μνήμες γελαστές.
Δεν κοίταζε-δεν ρωτούσε, έμπαινε στην κουζίνα όταν της λέγαμε. Κι αφού έδειχνε όλον τον απαραίτητο ενθουσιασμό που κατά τη γνώμη της μας εμψύχωνε και μας ενθάρρυνε, έπιανε πάλι τα πανιά και τα σφουγγάρια, να καθαρίσει όσα πασαλείψαμε κατά τους ατελείς πειραματισμούς μας. Ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε αν θα προτιμούσε να πάρει δυό γλυκά απ’ τη γωνία αντί ν' ανασκουμπωθεί και ποτέ δεν κοίταξε απεγνωσμένα το ρολόι, μήπως και ξεκλέψει λίγη ώρα για τον εαυτό της. Ίσως και να μην ήξερε καν τη σημασία της έκφρασης «για τον εαυτό της». Μνήμες ενοχικές.
Κι ήρθαν τα επόμενα χρόνια. Της σειράς μου. Δεν έβγαζα το δαχτυλίδι μου όταν ζύμωνα για τα βλαστάρια μου, γιατί ήθελα να έχω μαζί μου (κάπως) τη γιαγιά. Δικό της ήταν. Κι απ΄ τη βραδιά που μας άφησε, δεν το ξανάβγαλα από το δάχτυλό μου. Δεν παρέλειπα να τραγουδήσω «μουτς-μουτς-μουτς» στο αυγολέμονο μην μου κόψει και να φυτεύω μονάχα μπλε ζουμπούλια, μιας και μόνο τέτοια είχαμε στον κήπο μας. Της μάνας μου τις δίπλες δεν κατάφερα ποτέ να τις φτιάξω, όμως τίποτε δεν άφηναν στην πιατέλα τα παιδιά μου και οι παρέες τους. Γιατί η κανέλλα δεν έλειψε ποτέ απ’ το ντουλάπι μου.  Μνήμες τρυφερές.

Στο δρόμο κάτω, χτες, ένα βανάκι ξεφόρτωνε τα χαλιά των γειτόνων. Στρώνουν οι άνθρωποι, καιρός πιά, φτάσαμε «των Ταξιαρχών». Εμείς θα στρώσουμε την άλλη βδομάδα. Να έρθει πρώτα η γυναίκα για καθαριότητα. Θα φτιάξω κι ένα γλυκό να υπάρχει, έτσι κι αλλιώς τη ζάχαρη δεν την έχουμε φιλενάδα. ΟΜΩΣ… στις τρεις μέρες που θα είναι εδώ τα εγγόνια, θα βγάλουμε ψαλίδια, χαρτιά, ξυλομπογιές… θα φορέσουμε όλοι από μια ποδιά… θα ψαχουλέψουμε παρέα τη βιβλιοθήκη με τα φυλαγμένα βιβλία των γονιών τους… και κάπου δίπλα στις πιατέλες που θα μυρίζουν κανέλλα, θα χτίσουμε μνήμες. Μνήμες μελλοντικές.

10/8/17

Ακόμα καλοκαίρι έχουμε...


Ο πίνακας του Οδυσσέα Οικονόμου, είναι από τους αγαπημένους μου. 
Για το χάρτινο καράβι, 
για τις κοτσίδες, 
για το ξυπόλυτο...

29/4/17

Το "Εργαστήρι γλωσσοπλαστικής" μου, στην Καστοριά αυτή τη χρονιά.

Ελένη Τσιάλτα: Εργαστήρι γλωσσοπλαστικής.

Στο εργαστήρι αυτό, εξετάζονται οι εκφραστικές δυνατότητες που παρουσιάζει η γλώσσα και διερευνώνται οι τρόποι τους οποίους  επιλέγουμε να εκφραστούμε, ανάλογα με την επικοινωνία που επιδιώκουμε. Τα παιδιά (και οι ενήλικες) θα  πειραματιστούν με την ηχογραφημένη φωνή τους και θα έχουν τις αφορμές να διαμορφώσουν τον λόγο τους και την έκφρασή τους.





3/12/16

Το αστέρι που συντρόφευε τους Μάγους



"Τα Χριστούγεννα γεννοβολάνε Ιστορίες". Το ξαναέγραψα κάπου 
αλλά ας το επιβεβαιώσει το καινούριο βιβλίο μου.  Εκδόσεις Παρρησία.