14/12/17

Το λογοτεχνικό μας ημερολόγιο 2018

Το λογοτεχνικό ημερολόγιο της Συντροφιάς, περιλαμβάνει -όπως κάθε χρόνο- κείμενα των μελών μας, γραμμένα για να συμπεριληφθούν στις σελίδες του, εικονογραφημένα από επίσης μέλη μας εικονογράφους.
Η έκδοση για το 2018 αποτελεί ευγενική χορηγία των εκδόσεων Κόκκινη κλωστή δεμένη.

27/11/17

Γιορτές και έτσι.

Χρόνια πολλά Καίτη, χρόνια πολλά Στέλιο. Κύριε Σπύρο, Αννούλα μας … Φανή… 
Φτάσαμε πάλι στις γιορτές. Θα τηλεφωνηθούμε με τους συγγενείς, θα μας επισκεφτούν κάποια φιλαράκια και με τους περισσότερους θ’ ανταλλάξουμε καρτοευχές σε μέηλ ή καρδούλες στο fb. Μερικοί, θα κανονίσουμε να κεράσουμε ποτάκι κάπου όμορφα ή να μαζευτούμε το βραδάκι για ένα κρασί στο σπίτι. Απλά πράγματα! Απλή και η προετοιμασία. 
«Ααα, τι όμορφο, σ’ ευχαριστώ» θα ενθουσιαστούμε με το δώρο που στ’ αλήθεια θα μας αρέσει και «τι γλυκό εκ μέρους σου» θα τονίσουμε σε όσους μας σκέφτηκαν με αγάπη. Εκείνο το «Καλέ, δεν ήταν ανάγκη» ευτυχώς δεν το ξεστομίζουμε πιά. Ούτε περιμένουμε να φύγουν οι επισκέπτες για ν’ ανοίξουμε το όγδοο κουτί σοκολατάκια μαργαρίτες, όπως έκαναν παλιά οι μαμάδες μας.
Τι γιορτάδες κι εκείνες! Στη διπλοκατοικία της επαρχίας (πάνω οι παππούδες και στο ισόγειο εμείς), στο σπίτι με την εσωτερική σκάλα και το δικάμαρο σαλόνι το μονίμως κλειστό, έβγαιναν επιτέλους τα σεντόνια που σκέπαζαν τη σαλοτραπεζαρία και άλλαζε η μυρωδιά της κλεισούρας σε μυρωδιά φρέσκιας λάτρας. Οι ανθοστήλες αποκτούσαν νόημα στη ζωή τους και τα παντζούρια άνοιγαν αναδεικνύοντας τώρα στο φως, τη δαντέλλα στις κουρτίνες.

Από νωρίς το απόγευμα κάθε που γιορτάζαμε κάποιον, μ’ έστελναν ν’ ανοίξω την κάτω πόρτα. Της εισόδου. Τα φώτα έμεναν αναμμένα και στο μπαλκόνι. Στην κουζίνα παρατεταγμένα τα ποτηράκια του λικέρ, εκείνα του νερού, τα πιατάκια του μπακλαβά και εφεδρικά πετσετάκια λευκά. Οι δίσκοι αρκετοί. Να πηγαίνουν τα κεράσματα-να μαζεύουν τα αδειανά ποτήρια. Στα τραπεζάκια του σαλονιού, είχαν προστεθεί σταχτοδοχεία για τους κυρίους. Κρυστάλλινα εννοείται.

Το τελετουργικό είχε ως εξής και κανείς δεν το παραβίαζε: Κάθε που ακούγονταν βήματα στη σκάλα (συνοδευόμενα κι από το χρόνιο τρίξιμο του τέταρτου σκαλοπατιού μας), οι πιο «παλιοί» επισκέπτες, σηκώνονταν λέγοντας «εμείς να φεύγουμε, έχουμε κι αλλού να πολυχρονίσουμε» η μαμά και η γιαγιά απαντούσαν «κιόλας; κρίμα καλέ» όμως ήδη γύριζαν να υποδεχτούν εκείνους που είχαν πατήσει πλέον το κεφαλόσκαλο. 
Το τρατάρισμα ακολουθούσε σταθερά την σειρά: ποτό και φοντανάκι, ύστερα μπακλαβάς ή κουραμπιές με κρύο νερό και (στη σπάνια περίπτωση που κάποιος στρογγυλοκαθόταν για ώρα) ξανά-μανά μια φοντανιέρα, με σοκολατάκια αυτή τη φορά. Το δε ποτό ήταν λικέρ μέντα για τις κυρίες και κονιάκ για τους συζύγους. Ααα, μερικές φορές, η γιαγιά έφτιαχνε «Κοπεγχάγη» από τη δοκιμασμένη συνταγή της κυρίας Ιντζέ. Μέχρις εκεί το λοξοδρόμισμα.
Ολοκάθαρες εικόνες μέσα μου. Απορούσα που όλο και κάποιος είχε πονόδοντο και δεν μπορούσε να φάει το γλυκό μας. «Όμως κυρία Κοτίνη, θα το πάρω στην χαρτοπετσέτα, τόσο ωραίο που είναι»… κι η γιαγιά τύλιγε στο χαρτί δυό κομμάτια πάντα «και για τον Αντωνάκη σας που δεν ήρθε, το χρυσό μου». Τι να ’ρθει να κάνει ο κάθε Αντωνάκης; Ακόμα κι αν ήθελαν να τον φέρουν -που δεν ήθελαν- καλύτερα περνούσε ανεπίβλεπτος στο σπίτι.
Αργά ύστερα, όταν άδειαζε το σαλόνι μας, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά για να ξεμυρίσει η τσιγαρίλα και τα γυαλικά μαζεύονταν δίπλα στο νεροχύτη. Σκασμένη ήταν η γιαγιά όταν κοίταζε τα λευκά της πετσετάκια. Μια μπουκάλα βαρικίνα θα χρειαζόταν μέχρι να φύγει όλο αυτό κοκκινάδι από πάνω τους. «Αφού είπαμε, μητέρα, χαρτοπετσέτες να χρησιμοποιούμε πλέον…» ξεκίναγε να πει η μαμά, όμως σταμάταγε μόλις συναντιόντουσαν οι ματιές τους.
Γιορτές μέρες! Δεν θα άντεχα να τις επαναλάβω, έστω κι αν υπήρχε ακόμα ο χώρος εκείνος. Ωστόσο αντέχω να τις θυμάμαι. Και μάλιστα με αγάπη. Κι όσην ώρα πληκτρολογώ αυτές τις γραμμές, ένα χαμόγελο νοιώθω να μου έχει κολλήσει. Σαν εκείνο που χάραζε όταν έφερναν «κι αυτό για την Ελενίτσα».